Ο Δευκαλίων και η Πύρρα σε κιβωτό κατά τον κατακλυσμό της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας

    Ο ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΚΑΛΙΩΝΑ

    683 1024 Θεοί, Ήρωες & Μυθικά Όντα | mythoi.org

      Ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα

      Ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα είναι ένας από τους πιο συγκλονιστικούς μύθους της αρχαίας ελληνικής παράδοσης, μια αφήγηση για την τιμωρία, την καταστροφή, αλλά και την αναγέννηση του ανθρώπινου γένους.


      Στους παλιούς καιρούς, όταν οι άνθρωποι είχαν ξεχάσει τη δικαιοσύνη και τον σεβασμό προς τους θεούς, η γη είχε γεμίσει ύβρη, βία και αδικία. Οι νόμοι είχαν καταπατηθεί, οι όρκοι δεν τηρούνταν και οι αδύναμοι καταπιέζονταν χωρίς έλεος. Ο Δίας, πατέρας θεών και ανθρώπων, παρατηρούσε από τον Όλυμπο τη διαφθορά των θνητών και η οργή του μεγάλωνε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που απογοητευόταν από το ανθρώπινο γένος, όμως αυτή τη φορά πίστεψε πως δεν υπήρχε πια ελπίδα σωφρονισμού.

      Αποφάσισε, λοιπόν, να καθαρίσει τη γη με νερό, να σβήσει το κακό και να δώσει στον κόσμο την ευκαιρία για μια νέα αρχή. Διέταξε τα σύννεφα να σκουρύνουν, τους ανέμους να λυθούν και τα ποτάμια να ξεχειλίσουν. Η βροχή έπεφτε αδιάκοπα, βαριά και παγωμένη, μέρα και νύχτα. Οι πεδιάδες μετατράπηκαν σε λίμνες, οι πόλεις βυθίστηκαν, τα βουνά χάθηκαν μέσα στα νερά. Άνθρωποι και ζώα παρασύρονταν από τα ορμητικά ρεύματα, ενώ κραυγές τρόμου αντηχούσαν πριν χαθούν στη σιωπή.

      Μόνο δύο ψυχές κρίθηκαν άξιες σωτηρίας: ο Δευκαλίων, γιος του Προμηθέα, και η σύζυγός του Πύρρα, κόρη του Επιμηθέα και της Πανδώρας. Ήταν δίκαιοι, ευσεβείς και ταπεινοί. Ο Προμηθέας, προνοητικός όπως πάντα, είχε προειδοποιήσει τον γιο του για την επερχόμενη καταστροφή και τον συμβούλεψε να κατασκευάσει μια μεγάλη ξύλινη κιβωτό. Έτσι, όταν τα νερά άρχισαν να ανεβαίνουν, ο Δευκαλίων και η Πύρρα μπήκαν μέσα και παραδόθηκαν στη μοίρα τους.

      Για εννέα μέρες και εννέα νύχτες η κιβωτός περιπλανιόταν πάνω στο ατέλειωτο νερό. Δεν υπήρχε πια στεριά, μόνο ουρανός και θάλασσα ενωμένα σε έναν αδιάσπαστο ορίζοντα. Όταν τελικά η βροχή σταμάτησε και τα νερά άρχισαν να υποχωρούν, η κιβωτός προσάραξε στις πλαγιές του Παρνασσού. Ο κόσμος ήταν αγνώριστος: έρημος, σιωπηλός, καθαρός αλλά άδειος από ζωή.

      Οι δύο επιζώντες κατέβηκαν με δέος και θλίψη. Προσευχήθηκαν στους θεούς και ιδιαίτερα στη Θέμιδα, θεά της δικαιοσύνης, ζητώντας καθοδήγηση. Πώς θα ξαναγεννιόταν το ανθρώπινο γένος; Η Θέμιδα απάντησε με χρησμό αινιγματικό:
      «Απομακρυνθείτε από τον ναό, καλύψτε τα κεφάλια σας και ρίχνετε πίσω σας τα οστά της μεγάλης μητέρας».

      Αρχικά τρόμαξαν· η σκέψη της βεβήλωσης φάνταζε ιερόσυλη. Όμως ο Δευκαλίων, σοφός και στοχαστικός, κατάλαβε το νόημα: μεγάλη μητέρα ήταν η Γη, και τα οστά της ήταν οι πέτρες. Έτσι, άρχισαν να πετούν πέτρες πίσω τους. Από τις πέτρες που έριχνε ο Δευκαλίων γεννιόντουσαν άνδρες, και από εκείνες της Πύρρας γυναίκες. Άνθρωποι σκληροτράχηλοι, γεννημένοι από τη γη, ικανοί να αντέξουν τις δυσκολίες και να χτίσουν ξανά τον κόσμο.

      Έτσι, μετά τον κατακλυσμό, η ανθρωπότητα ξαναγεννήθηκε — πιο ώριμη, πιο δυνατή, με τη μνήμη της θεϊκής τιμωρίας χαραγμένη βαθιά στην ψυχή της. Ο μύθος του Δευκαλίωνα δεν μιλά μόνο για την καταστροφή, αλλά για την ελπίδα: ότι ακόμη και μετά τη μεγαλύτερη συμφορά, μπορεί να υπάρξει μια νέα αρχή.