| Όνομα | :Αχιλλέας |
|---|---|
| Γονείς | Πηλέας και Θέτις |
| Κατοικία | Φθία (Θεσσαλία), Τροία (εκστρατεία) |
| Ρόλοι και Ευθύνες | Κορυφαίος ήρωας του Τρωικού Πολέμου, αρχηγός των Μυρμιδόνων, σύμβολο ανδρείας και οργής |
| Άλλα Ονόματα | Πηλείδης |
| Σύζυγοι | Δηιδάμεια |
| Παιδιά | Νεοπτόλεμος (Πύρρος) |
| Σύμβολα | Δόρυ, ασπίδα, πανοπλία Αχιλλέα, ταχύτητα, φτέρνα (Αχίλλειος πτέρνα) |
| Ρωμαϊκό Όνομα | Achilles |
Εισαγωγή: όταν ο θυμός ενός ήρωα σείει τον κόσμο
Στην άκρη της θάλασσας, εκεί όπου τα κύματα του Ελλησπόντου χτυπούν την τρωική γη, ένας άνδρας κάθεται μόνος. Δεν κοιτάζει τα πλοία των Αχαιών, ούτε τα τείχη της Τροίας που αστράφτουν κάτω από τον ήλιο. Κοιτάζει μέσα του. Εκεί, βαθιά, καίει μια φωτιά που κανείς θεός και κανένας άνθρωπος δεν μπορεί εύκολα να σβήσει.
Είναι ο Αχιλλέας.
Ο μεγαλύτερος πολεμιστής του Τρωικού Πολέμου. Ο γιος της θεάς Θέτιδας και του θνητού Πηλέα. Ο ήρωας που γεννήθηκε για δόξα, αλλά καταδικάστηκε να πληρώσει τη δόξα με τη ζωή του. Στην ελληνική μυθολογία, ο Αχιλλέας δεν είναι απλώς ένας ανίκητος πολεμιστής. Είναι η ενσάρκωση της οργής, της τιμής, της αγάπης, της απώλειας και της τραγικής ανθρώπινης μοίρας.
Η Ιλιάδα του Ομήρου δεν αρχίζει με την άλωση της Τροίας. Δεν αρχίζει με την Ωραία Ελένη, ούτε με τον Δούρειο Ίππο. Αρχίζει με μία λέξη που έμελλε να γίνει αιώνια: «Μῆνιν». Την οργή. Την οργή του Αχιλλέα.
Και αυτή η οργή, σαν καταιγίδα που σηκώνεται από τη θάλασσα, παρασύρει βασιλιάδες, στρατούς, φίλους, εχθρούς και θεούς. Μέσα από τον μύθο του Αχιλλέα, η αρχαία ελληνική μυθολογία αφηγείται κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν πόλεμο. Αφηγείται το τίμημα της δόξας, την ευθραυστότητα της ζωής και την ομορφιά ενός ανθρώπου που, ενώ άγγιζε το θείο, δεν έπαψε ποτέ να πονά σαν θνητός.
Η καταγωγή του Αχιλλέα: ο γιος της Θέτιδας και του Πηλέα
Ο Αχιλλέας γεννήθηκε από μια ένωση παράξενη, ιερή και γεμάτη προφητείες. Μητέρα του ήταν η Θέτιδα, μία από τις Νηρηίδες, κόρες του γέροντα της θάλασσας Νηρέα. Ήταν θεά του νερού, απαλή σαν αφρός αλλά και πανίσχυρη σαν το βάθος του πελάγους. Πατέρας του ήταν ο Πηλέας, βασιλιάς των Μυρμιδόνων στη Φθία, ένας γενναίος θνητός που κέρδισε τη Θέτιδα όχι επειδή ήταν δυνατότερος από θεό, αλλά επειδή άντεξε να την κρατήσει όταν εκείνη άλλαζε μορφές.
Σύμφωνα με τον μύθο, οι θεοί Δίας και Ποσειδώνας είχαν κάποτε επιθυμήσει τη Θέτιδα. Όμως μια προφητεία αποκάλυψε πως ο γιος που θα γεννούσε θα γινόταν ισχυρότερος από τον πατέρα του. Κανένας θεός δεν ήθελε να ρισκάρει να χάσει την εξουσία του. Έτσι η Θέτιδα δόθηκε σε έναν θνητό, τον Πηλέα. Από αυτόν τον γάμο, στον οποίο παρευρέθηκαν θεοί και άνθρωποι, γεννήθηκε ο Αχιλλέας.
Ακόμη και η γέννησή του είχε μέσα της τη σκιά του θανάτου. Η Θέτιδα γνώριζε ότι ο γιος της δεν θα ζούσε μια συνηθισμένη ζωή. Προσπάθησε, λοιπόν, να τον κάνει άτρωτο. Σε μεταγενέστερους μύθους, λέγεται ότι τον βύθισε στα νερά της Στύγας, κρατώντας τον από τη φτέρνα. Όλο του το σώμα έγινε απρόσβλητο, εκτός από το σημείο που άγγιζε το χέρι της μητέρας του: την περίφημη αχίλλειο πτέρνα. Άλλες παραδόσεις λένε ότι τον άλειφε με αμβροσία και τον κρατούσε πάνω από τη φωτιά για να κάψει το θνητό του μέρος. Όμως ο Πηλέας τρόμαξε, τη σταμάτησε, και η Θέτιδα, πληγωμένη, επέστρεψε στη θάλασσα.
Έτσι ο Αχιλλέας μεγάλωσε ανάμεσα σε δύο κόσμους. Από τη μία, το αίμα των θεών. Από την άλλη, η μοίρα των ανθρώπων. Τον ανέθρεψε ο σοφός Κένταυρος Χείρων, στο Πήλιο, εκεί όπου οι ήρωες μάθαιναν όχι μόνο να πολεμούν, αλλά και να γιατρεύουν, να τραγουδούν, να ακούν τη φύση και να γνωρίζουν τον εαυτό τους. Ο Χείρων δίδαξε στον Αχιλλέα την τέχνη των όπλων, την ιατρική, τη μουσική, τη φρόνηση. Όμως η καρδιά του νεαρού ήρωα χτυπούσε πάντα προς τη μάχη.
Από παιδί, ο Αχιλλέας έμοιαζε φτιαγμένος για κάτι φοβερό. Ήταν ταχύς σαν άνεμος, λαμπρός σαν φωτιά, όμορφος σαν θεός. Αλλά μέσα στο μεγαλείο του κρυβόταν ήδη η μεγάλη επιλογή: να ζήσει πολλά χρόνια άγνωστος ή να πεθάνει νέος, κερδίζοντας αιώνια δόξα.
Και ο Αχιλλέας, όπως όλοι οι μεγάλοι τραγικοί ήρωες, διάλεξε τη φλόγα αντί για τη σκιά.
Ο ρόλος του Αχιλλέα στην ελληνική μυθολογία
Στην ελληνική μυθολογία, ο Αχιλλέας είναι κάτι περισσότερο από ήρωας πολέμου. Είναι το πρόσωπο μέσα από το οποίο οι αρχαίοι Έλληνες συλλογίστηκαν την έννοια της τιμής, της μοίρας και της ανθρώπινης υπερηφάνειας. Δεν είναι τέλειος. Δεν είναι πάντα δίκαιος. Δεν είναι ήρεμος, ούτε εύκολα συγχωρεί. Η δύναμή του είναι τρομερή, αλλά το πάθος του ακόμη πιο τρομερό.
Ο Αχιλλέας ανήκει στον κόσμο των ηρώων, εκείνων των πλασμάτων που βρίσκονται ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους. Έχουν θεϊκή καταγωγή, αλλά πεθαίνουν. Έχουν υπερφυσική ικανότητα, αλλά υποφέρουν. Μπορούν να αλλάξουν την πορεία ενός πολέμου, αλλά όχι να ξεφύγουν από τη μοίρα τους.
Στον Τρωικό Πόλεμο, ο Αχιλλέας είναι το βαρύτερο όπλο των Αχαιών. Χωρίς αυτόν, οι Έλληνες στρατηγοί, όσο ισχυροί κι αν είναι, δεν μπορούν να λυγίσουν την Τροία. Ο Αγαμέμνονας έχει την εξουσία. Ο Οδυσσέας έχει την ευφυΐα. Ο Αίας έχει τη σωματική δύναμη. Ο Διομήδης έχει τόλμη. Όμως ο Αχιλλέας έχει κάτι άλλο: την απόλυτη πολεμική λάμψη. Όταν μπαίνει στη μάχη, η γη μοιάζει να υποχωρεί κάτω από τα πόδια του.
Κι όμως, ο μύθος του δεν είναι ο μύθος ενός απλού νικητή. Είναι ο μύθος ενός ανθρώπου που γνωρίζει ότι η νίκη του τον οδηγεί στον θάνατο. Η Θέτιδα του έχει αποκαλύψει το δίλημμα: αν μείνει στην Τροία, θα κερδίσει κλέος άφθιτον, άσβηστη δόξα, αλλά θα πεθάνει νέος. Αν φύγει, θα ζήσει πολλά χρόνια, θα γεράσει στην πατρίδα του, αλλά το όνομά του θα χαθεί.
Η επιλογή του Αχιλλέα δεν είναι εύκολη. Γι’ αυτό και μας συγκινεί. Δεν είναι μηχανή πολέμου. Είναι ένας νέος που ξέρει πως κάθε βήμα προς την αθανασία είναι και ένα βήμα μακριά από τη ζωή.

Ο Τρωικός Πόλεμος και η οργή του Αχιλλέα
Ο Τρωικός Πόλεμος ξεκίνησε από μια προσβολή, έναν έρωτα και μια αρπαγή. Η Ελένη, σύζυγος του Μενέλαου της Σπάρτης, έφυγε ή απήχθη από τον Πάρη, πρίγκιπα της Τροίας. Οι Έλληνες βασιλιάδες, δεμένοι με όρκους, συγκέντρωσαν στρατό και στόλο για να την πάρουν πίσω. Ανάμεσά τους βρέθηκε και ο Αχιλλέας, επικεφαλής των Μυρμιδόνων.
Στα πρώτα χρόνια του πολέμου, ο Αχιλλέας έγινε ο φόβος των Τρώων. Κυρίευσε πόλεις γύρω από την Τροία, σκότωσε ήρωες, έφερε λάφυρα και δόξα στους Αχαιούς. Όμως η Ιλιάδα δεν αφηγείται ολόκληρο τον πόλεμο. Αφηγείται λίγες εβδομάδες από τον δέκατο χρόνο της πολιορκίας. Και όλα αρχίζουν με μια σύγκρουση όχι ανάμεσα σε Έλληνα και Τρώα, αλλά ανάμεσα σε δύο Έλληνες: τον Αχιλλέα και τον Αγαμέμνονα.
Ο Αγαμέμνονας, αρχιστράτηγος των Αχαιών, είχε πάρει ως λάφυρο τη Χρυσηίδα, κόρη ιερέα του Απόλλωνα. Όταν ο πατέρας της ζήτησε την επιστροφή της, ο Αγαμέμνονας τον πρόσβαλε. Ο Απόλλωνας έστειλε λοιμό στο στρατόπεδο. Οι Έλληνες πέθαιναν, οι πυρές έκαιγαν, και ο Αχιλλέας κάλεσε συνέλευση για να βρεθεί η αιτία.
Ο μάντης Κάλχας αποκάλυψε την αλήθεια: η Χρυσηίδα έπρεπε να επιστραφεί. Ο Αγαμέμνονας συμφώνησε, αλλά απαίτησε άλλο λάφυρο ως αποζημίωση. Και τότε άπλωσε το χέρι του στη Βρισηίδα, τη γυναίκα που είχε δοθεί στον Αχιλλέα ως τιμητικό έπαθλο.
Για τον σύγχρονο αναγνώστη, ίσως αυτό μοιάζει απλώς με καβγά για λάφυρα. Στον ηρωικό κόσμο, όμως, το λάφυρο ήταν σημάδι τιμής. Όταν ο Αγαμέμνονας πήρε τη Βρισηίδα, δεν αφαίρεσε μόνο μια γυναίκα από τον Αχιλλέα. Του αφαίρεσε δημόσια την τιμή του. Τον ταπείνωσε μπροστά σε όλο τον στρατό.
Ο Αχιλλέας άγγιξε το ξίφος του. Για μια στιγμή, η μοίρα όλων κρεμάστηκε από μια ανάσα. Θα σκότωνε τον Αγαμέμνονα; Θα διαλυόταν ο στρατός των Αχαιών από το ίδιο του το εσωτερικό; Τότε εμφανίστηκε η Αθηνά, αόρατη στους άλλους, και κράτησε τον ήρωα από τα ξανθά μαλλιά. Τον συγκράτησε. Ο Αχιλλέας δεν σκότωσε τον αρχιστράτηγο, αλλά ορκίστηκε κάτι πιο τρομερό: θα αποσυρόταν από τη μάχη.
Και έτσι η οργή του Αχιλλέα έγινε καταστροφή.
Οι Μυρμιδόνες έμειναν στα πλοία. Ο καλύτερος πολεμιστής των Αχαιών δεν πολεμούσε πια. Η Θέτιδα, ακούγοντας το κλάμα του γιου της στην ακτή, ανέβηκε από τα βάθη της θάλασσας. Ο Αχιλλέας της ζήτησε να παρακαλέσει τον Δία να βοηθήσει τους Τρώες, ώστε οι Αχαιοί να καταλάβουν πόσο τον χρειάζονταν.
Η Θέτιδα πήγε στον Όλυμπο. Γονάτισε μπροστά στον Δία, άγγιξε το γόνατό του, χάιδεψε το πηγούνι του και ζήτησε δικαίωση για τον γιο της. Ο Δίας έγνεψε. Από εκείνη τη στιγμή, η πλάστιγγα άρχισε να γέρνει υπέρ των Τρώων.
Οι Αχαιοί υπέφεραν. Ο Έκτορας, ο μεγαλύτερος ήρωας της Τροίας, τους πίεζε όλο και πιο κοντά στα πλοία. Η φωτιά του πολέμου πλησίαζε κυριολεκτικά τα σκάφη τους. Πρεσβείες στάλθηκαν στον Αχιλλέα. Ο Οδυσσέας, ο Αίας και ο Φοίνικας πήγαν στη σκηνή του, προσφέροντας δώρα, πλούτη, επιστροφή της Βρισηίδας, τιμές. Αλλά ο Αχιλλέας παρέμενε αλύγιστος.
Δεν ήταν μόνο πείσμα. Ήταν πληγή. Και η πληγή της προσβολής στον ηρωικό κόσμο αιμορραγούσε πιο βαθιά από τη σάρκα.
Ο Πάτροκλος και η επιστροφή του ήρωα
Κοντά στον Αχιλλέα βρισκόταν ο Πάτροκλος, ο πιο αγαπημένος του σύντροφος. Φίλος, αδελφός της ψυχής, άνθρωπος που γνώριζε την καρδιά του καλύτερα από όλους. Όταν οι Τρώες έφτασαν στα πλοία και η καταστροφή φάνηκε αναπόφευκτη, ο Πάτροκλος δεν άντεξε άλλο να βλέπει τη φωτιά να γλείφει τα καράβια των Αχαιών και τους άνδρες να πέφτουν σαν στάχυα κάτω από το δρεπάνι του πολέμου. Με μάτια γεμάτα δάκρυα, μα όχι φόβου, μπήκε στη σκηνή του Αχιλλέα. Ο ήρωας καθόταν βαρύς και σιωπηλός, σαν λιοντάρι πληγωμένο που αρνείται να σηκωθεί, ενώ έξω αντηχούσαν κραυγές, χαλκός και θάνατος.
«Αχιλλέα», είπε ο Πάτροκλος, και η φωνή του έτρεμε από πόνο, «αν εσύ δεν θέλεις να πολεμήσεις, άφησέ με εμένα. Δώσε μου την πανοπλία σου, να με δουν οι Τρώες και να νομίσουν πως γύρισες. Ίσως τότε τραβηχτούν πίσω από τα πλοία και σωθούν οι δικοί μας».
Ο Αχιλλέας τον κοίταξε βαθιά. Μέσα του πάλευαν η οργή και η αγάπη, η πληγή της προσβολής και ο φόβος για τον άνθρωπο που αγαπούσε περισσότερο απ’ όλους. Σηκώθηκε αργά, και η σκιά του έπεσε πάνω στα όπλα του, που κρέμονταν λαμπρά σαν ήλιος φυλακισμένος. «Πάτροκλε», είπε, «πάρε την πανοπλία μου και οδήγησε τους Μυρμιδόνες. Διώξε τους Τρώες από τα πλοία. Μα άκουσέ με: μην κυνηγήσεις τη δόξα ως τα τείχη της Τροίας. Μην αφήσεις τον πόλεμο να σε μεθύσει. Γύρισε πίσω».
Ο Πάτροκλος έσκυψε το κεφάλι. Υποσχέθηκε, μα η μοίρα είχε ήδη ανοίξει τα φτερά της πάνω από τη σκηνή. Ο Αχιλλέας τον έντυσε με τα ίδια του τα χέρια. Του έδεσε τον θώρακα, του έδωσε την ασπίδα, του φόρεσε την περικεφαλαία με τη φούντα που έτρεμε σαν φλόγα. Μονάχα το βαρύ κοντάρι του Πηλείδη δεν μπόρεσε να σηκώσει ο Πάτροκλος· κανείς άλλος θνητός δεν το δάμαζε.
Όταν βγήκε στη μάχη, οι Μυρμιδόνες ακολούθησαν με κραυγή φοβερή. Οι Τρώες, βλέποντας την πανοπλία του Αχιλλέα να λάμπει ξανά μπροστά τους, ταράχτηκαν. Η καρδιά τους σφίχτηκε, γιατί νόμισαν πως ο γιος της Θέτιδας είχε επιστρέψει, άσβεστος σαν φωτιά. Ο Πάτροκλος όρμησε ανάμεσά τους, και το πεδίο γέμισε χαλκό και σκόνη. Έσπρωξε τους εχθρούς μακριά από τα πλοία, έσωσε τους Αχαιούς από τη φλόγα, και ο θάνατος περπατούσε στο πλάι του.
Μα καθώς έβλεπε τους Τρώες να υποχωρούν, η καρδιά του άρχισε να υψώνεται. Ξέχασε τη φωνή του Αχιλλέα, ξέχασε την προειδοποίηση. Κυνηγούσε τους πολεμιστές μέσα στην πεδιάδα, όλο και πιο κοντά στα μεγάλα τείχη της Τροίας. Εκεί, πάνω από τις επάλξεις, ο Απόλλων τον είδε και στάθηκε απέναντί του σαν αόρατος όλεθρος. Τρεις φορές ο Πάτροκλος όρμησε προς τα τείχη, και τρεις φορές ο θεός τον απώθησε. Την τέταρτη, η φωνή του Απόλλωνα βρόντηξε σαν σκοτεινός ουρανός: «Πίσω, Πάτροκλε. Δεν είναι γραφτό σου να πάρεις την Τροία».
Τότε ο θεός τον χτύπησε από πίσω. Η περικεφαλαία έπεσε στη σκόνη, η ασπίδα γλίστρησε από το χέρι του, ο θώρακας λύθηκε. Ο ήρωας στάθηκε γυμνωμένος από τη λάμψη που δεν ήταν δική του. Ο Εύφορβος τον πλήγωσε πρώτος, μα δεν τόλμησε να μείνει. Και τότε ήρθε ο Έκτορας, ο μέγας υπερασπιστής της Τροίας, με μάτια που έκαιγαν από πολεμική μανία.
Ο Πάτροκλος, βαριά πληγωμένος, προσπάθησε να σταθεί. Ανάμεσα στους δύο άνδρες έπεσε μια σιωπή τρομερή, σαν να κρατούσε η γη την ανάσα της. Ο Έκτορας σήκωσε το δόρυ και το κάρφωσε βαθιά. Ο Πάτροκλος λύγισε, και καθώς η ζωή έφευγε από μέσα του, μίλησε με πικρό χαμόγελο: «Δεν με νίκησες μόνος σου, Έκτορα. Πρώτα με χτύπησε θεός. Μα να ξέρεις: κοντά σου στέκει κι εσένα ο θάνατος. Ο Αχιλλέας θα έρθει».
Και με αυτά τα λόγια η ψυχή του πέταξε στον Άδη, θρηνώντας τη νιότη και το φως. Ο Έκτορας τράβηξε την πανοπλία του Αχιλλέα από το νεκρό σώμα, μα γύρω του άρχισε ήδη να βαραίνει ο αέρας. Γιατί μακριά, στα πλοία, ο Αχιλλέας δεν ήξερε ακόμη πως είχε χάσει το μισό της ψυχής του.
Όταν η είδηση έφτασε στη σκηνή του, ο κόσμος του σωριάστηκε. Ο Πάτροκλος, φορώντας την πανοπλία του, είχε πέσει κάτω από το χέρι του Έκτορα. Ο Αχιλλέας ξέσπασε σε κραυγή τόσο δυνατή, ώστε η μητέρα του, η Θέτιδα, την άκουσε στα βάθη της θάλασσας και ανέβηκε να τον παρηγορήσει.
Μα καμία παρηγοριά δεν μπορούσε να χωρέσει στην καρδιά του. Η οργή που ως τότε τον κρατούσε μακριά από τη μάχη μετατράπηκε σε κάτι πιο σκοτεινό και πιο τρομερό: σε ανάγκη εκδίκησης. Γνώριζε πως, αν επέστρεφε στον πόλεμο, η μοίρα του θα σφραγιζόταν. Η δόξα θα γινόταν δική του, αλλά η ζωή του θα ήταν σύντομη.
Η Θέτιδα του έφερε νέα πανοπλία, σφυρηλατημένη από τον Ήφαιστο. Η ασπίδα του έλαμπε σαν μικρός κόσμος, γεμάτη εικόνες ζωής, πολέμου, ειρήνης και ανθρώπινου πεπρωμένου. Φορώντας την, ο Αχιλλέας δεν έμοιαζε πια με θνητό, αλλά με δύναμη που είχε σταλεί από τους θεούς.
Η επιστροφή του στο πεδίο της μάχης σκόρπισε τρόμο στους Τρώες. Ο Έκτορας, αν και γνώριζε τον κίνδυνο, στάθηκε απέναντί του. Η μονομαχία τους έγινε έξω από τα τείχη της Τροίας, μπροστά στα μάτια του Πριάμου, της Εκάβης και της Ανδρομάχης. Εκεί, ο Αχιλλέας σκότωσε τον Έκτορα και έδεσε το σώμα του στο άρμα, σέρνοντάς το γύρω από την πόλη.
Όμως ακόμη και μέσα στην εκδίκηση, η θλίψη δεν έφυγε. Ο θάνατος του Έκτορα δεν έφερε πίσω τον Πάτροκλο. Μόνο όταν ο γηραιός Πρίαμος μπήκε νύχτα στη σκηνή του Αχιλλέα και φίλησε τα χέρια που είχαν σκοτώσει τον γιο του, η καρδιά του ήρωα λύγισε. Για πρώτη φορά μετά την απώλειά του, ο Αχιλλέας είδε στον εχθρό του έναν άνθρωπο που πονούσε όπως κι εκείνος.
Έτσι, παρέδωσε το σώμα του Έκτορα για ταφή και οι μάχες σταμάτησαν προσωρινά. Μα η μοίρα του Αχιλλέα είχε ήδη πλησιάσει. Η δόξα του θα έμενε αθάνατη, όμως ο ίδιος δεν θα ξέφευγε από το τέλος που οι θεοί και η μοίρα είχαν υφάνει για εκείνον.
Ο θάνατος του Αχιλλέα
Ο θάνατος του Αχιλλέα αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά επεισόδια του Τρωικού κύκλου, αν και δεν περιγράφεται στην ίδια την Ιλιάδα. Ο Όμηρος προαναγγέλλει την τύχη του ήρωα πολλές φορές, όμως το έπος τελειώνει με την ταφή του Έκτορα, πριν από την πτώση της Τροίας και πριν από τον χαμό του μεγαλύτερου πολεμιστή των Αχαιών.
Σύμφωνα με τη μεταγενέστερη παράδοση, ο Αχιλλέας σκοτώθηκε κοντά στις Σκαιές Πύλες της Τροίας. Ο Πάρης, ο πρίγκιπας που είχε προκαλέσει τον πόλεμο αρπάζοντας την Ελένη, τόξευσε εναντίον του ένα βέλος. Το βέλος, καθοδηγημένο από τον Απόλλωνα, χτύπησε τον Αχιλλέα στη φτέρνα, το μοναδικό ευάλωτο σημείο του σώματός του. Έτσι ο ήρωας, που είχε σταθεί σχεδόν αήττητος σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, έπεσε από ένα τραύμα φαινομενικά μικρό αλλά μοιραίο.
Η ιδέα της «αχίλλειας πτέρνας» συνδέεται με έναν γνωστό μύθο για τη μητέρα του, τη Θέτιδα. Όταν ο Αχιλλέας ήταν βρέφος, η θεά τον βύθισε στα νερά της Στύγας για να τον κάνει άτρωτο. Τον κρατούσε όμως από τη φτέρνα, και το σημείο αυτό δεν άγγιξε το μαγικό νερό. Από εκεί προήλθε και η έκφραση που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα για να δηλώσει το αδύνατο σημείο ενός ανθρώπου, όσο δυνατός κι αν φαίνεται.
Μετά τον θάνατό του, οι Αχαιοί θρήνησαν βαθιά τον ήρωα. Ο Αίας και ο Οδυσσέας, σύμφωνα με την παράδοση, πολέμησαν για να πάρουν το σώμα του από το πεδίο της μάχης και να μην πέσει στα χέρια των Τρώων. Η Θέτιδα ανέβηκε από τη θάλασσα μαζί με τις Νηρηίδες για να θρηνήσει τον γιο της, ενώ οι Μούσες τραγούδησαν στον τάφο του.
Η πανοπλία του Αχιλλέα έγινε έπειτα αντικείμενο μεγάλης διαμάχης. Ο Αίας και ο Οδυσσέας διεκδίκησαν τα όπλα του νεκρού ήρωα, επειδή και οι δύο είχαν συμβάλει στη διάσωση του σώματός του. Οι Αχαιοί τα απένειμαν τελικά στον Οδυσσέα, γεγονός που οδήγησε τον Αίαντα στην τρέλα και στην αυτοκτονία. Έτσι ο θάνατος του Αχιλλέα προκάλεσε και νέα συμφορά στο στρατόπεδο των Ελλήνων.
Ο χαμός του Αχιλλέα συμβολίζει την τραγική μοίρα του ήρωα που επιλέγει τη δόξα αντί για τη μακρά ζωή. Από την αρχή γνώριζε πως, αν έμενε στην Τροία, θα κέρδιζε αθάνατη φήμη αλλά θα πέθαινε νέος. Η επιλογή του τον έκανε σύμβολο ανδρείας, οργής και ανθρώπινης ευθραυστότητας, καθώς ακόμη και ο ισχυρότερος πολεμιστής δεν μπορούσε να ξεφύγει από τη μοίρα του.
