Θεογονία του Ησιόδου (8ος αι. π.Χ.)

    Η Θεογονία του Ησίοδος αποτελεί την αρχαιότερη συστηματική κοσμογονία της ελληνικής γραμματείας. Το έργο αφηγείται τη γέννηση του κόσμου από το Χάος, την εμφάνιση της Γης και του Ουρανού, τη γενιά των Τιτάνων, την Τιτανομαχία και την τελική κυριαρχία του Δία. Ως πρωτογενής πηγή της ελληνικής μυθολογίας, η Θεογονία διαμόρφωσε τη θεολογική και κοσμολογική σκέψη της αρχαϊκής Ελλάδας και αποτέλεσε θεμέλιο για την επική και τραγική παράδοση.

    Θεογονία 1–52 — Οι Μούσες

    Ας αρχίσουμε από τις Μούσες του Ελικώνα,
    που κατοικούν στο μεγάλο και ιερό βουνό
    και χορεύουν γύρω από την καθάρια πηγή
    και τον βωμό του πανίσχυρου Κρόνου.

    Λούζονται στα νερά του Περμησσού,
    της Ιπποκρήνης και του ιερού Ολμείου,
    και πάνω στον Ελικώνα στήνουν χορούς
    όμορφους και γεμάτους χάρη.

    Τη νύχτα, καλυμμένες με πυκνή ομίχλη,
    κινούνται και υμνούν με υπέροχη φωνή
    τον Δία που κρατά την αιγίδα,
    την Ήρα του Άργους,
    την γλαυκόματη Αθηνά,
    τον Φοίβο Απόλλωνα και την Άρτεμη,
    τον Ποσειδώνα που ταράζει τη γη,
    τη σεμνή Θέμιδα και την Αφροδίτη,
    την Ήβη, τη Διώνη, τη Λητώ,
    τον Ιαπετό, τον Κρόνο,
    την Ηώ, τον Ήλιο και τη Σελήνη,
    τη Γη, τον Ωκεανό και τη Νύχτα,
    και όλο το ιερό γένος των αθανάτων.

    Κάποτε δίδαξαν και σε μένα, τον Ησίοδο,
    όμορφο τραγούδι,
    όταν έβοσκα τα πρόβατα
    στους πρόποδες του θεϊκού Ελικώνα.

    Μου είπαν πρώτα τούτα τα λόγια,
    οι θεές του Ολύμπου, οι κόρες του Δία:

    «Ξέρουμε να λέμε πολλά ψέματα
    που μοιάζουν με αλήθειες·
    μα ξέρουμε και, όταν θέλουμε,
    να διακηρύσσουμε την ίδια την αλήθεια.»

    Έτσι μίλησαν οι κόρες του μεγάλου Δία·
    και μου έδωσαν ένα κλαδί δάφνης,
    όμορφα κομμένο, για σκήπτρο,
    και μου εμφύσησαν θεϊκή φωνή,
    για να υμνώ όσα θα γίνουν και όσα έγιναν,
    και μου πρόσταξαν να τραγουδώ
    το γένος των αθανάτων θεών,
    μα να αρχίζω και να τελειώνω
    πάντα με αυτές.


    Θεογονία 53–115 — Πρωτογενείς Θεοί

    Οι Μούσες γεννήθηκαν στην Πιερία
    από τον Δία, τον πατέρα θεών και ανθρώπων,
    και τη Μνημοσύνη, που βασιλεύει στους λόφους της Ελευσίνας.
    Εννέα νύχτες ενώθηκε μαζί της ο Κρονίδης,
    μακριά από τους άλλους θεούς,
    ανεβαίνοντας στο ιερό της κρεβάτι.

    Όταν συμπληρώθηκε ο καιρός,
    γέννησε εννέα κόρες,
    όλες ομόψυχες, με αγάπη για το τραγούδι
    και με ανέμελη καρδιά.
    Κατοικούν στις ψηλές κορυφές του Ολύμπου
    και έχουν χορούς και λαμπρά δώματα.

    Κοντά τους βρίσκονται οι Χάριτες και ο Ίμερος,
    κι όταν υψώνουν τη φωνή τους,
    υμνούν τους θεούς με αρμονία,
    αρχίζοντας από τον Δία,
    και εξιστορούν πώς γεννήθηκαν οι αθάνατοι
    και πώς πήρε ο καθένας την τιμή και το μερίδιό του.

    Είναι ευλογημένος όποιον αγαπούν οι Μούσες·
    γλυκός ρέει από το στόμα του ο λόγος.
    Ακόμη κι αν κάποιος έχει βαριά λύπη στην ψυχή,
    όταν ένας αοιδός, υπηρέτης των Μουσών,
    τραγουδήσει τα κατορθώματα των παλαιών
    και τους μακάριους θεούς του Ολύμπου,
    αμέσως ξεχνά τις στενοχώριες του
    και δεν θυμάται πια τον πόνο.

    Τέτοια δώρα χαρίζουν οι Μούσες στους ανθρώπους.

    Από τις Μούσες και τον μακροβόλο Απόλλωνα
    προέρχονται οι αοιδοί και οι κιθαρωδοί επάνω στη γη,
    ενώ από τον Δία προέρχονται οι βασιλείς.

    Όποιον τιμήσουν οι κόρες του μεγάλου Δία
    και τον δουν να γεννιέται από θεϊκό γένος βασιλέων,
    του ραντίζουν τη γλώσσα με γλυκιά δροσιά·
    από το στόμα του τρέχουν λόγια σαν μέλι.

    Όλοι τον κοιτούν όταν αποδίδει δικαιοσύνη·
    με σταθερά και συνετά λόγια
    λύνει ακόμη και μεγάλες διαφορές.
    Γι’ αυτό οι βασιλείς είναι σοφοί:
    ώστε στον λαό, όταν αδικείται,
    να επανορθώνουν το κακό με ήπια λόγια.

    Όταν περπατά προς την αγορά,
    τον τιμούν σαν θεό·
    και ξεχωρίζει ανάμεσα στους συγκεντρωμένους.

    Τέτοια είναι τα ιερά δώρα των Μουσών στους ανθρώπους.

    Και λοιπόν, από τις Μούσες ας αρχίσουμε να υμνούμε
    το ιερό γένος των αθανάτων,
    εκείνων που γεννήθηκαν από τη Γη και τον Ουρανό,
    από τη Νύχτα και τη θάλασσα,
    και όλους όσοι προήλθαν από αυτούς.

    Πρώτα απ’ όλα γεννήθηκε το Χάος·
    έπειτα η πλατύστηθη Γη,
    σταθερό και αιώνιο θεμέλιο όλων,
    και ο σκοτεινός Τάρταρος
    στα βάθη της πλατύδρομης γης,
    και ο Έρως, ο ωραιότερος ανάμεσα στους αθάνατους θεούς,
    που λυγίζει τα μέλη
    και δαμάζει τον νου και τη συνετή σκέψη
    θεών και ανθρώπων.

    Από το Χάος γεννήθηκαν το Έρεβος και η μαύρη Νύχτα·
    κι από τη Νύχτα γεννήθηκαν ο Αιθέρας και η Ημέρα,
    που τους γέννησε αφού ενώθηκε με το Έρεβος.

    Θεογονία 116–210 — Γαία, Ουρανός και οι Τιτάνες

    Αφού γεννήθηκαν το Χάος, η Γη, ο Τάρταρος και ο Έρως,
    η Γη πρώτα γέννησε τον έναστρο Ουρανό,
    ίσο με τον εαυτό της,
    για να την σκεπάζει ολόκληρη
    και να είναι για τους μακάριους θεούς
    σταθερή κατοικία για πάντα.

    Έπειτα γέννησε τα μεγάλα Όρη,
    κατοικίες των Νυμφών που ζουν στα δάση,
    και τον απέραντο Πόντο, τη θάλασσα,
    χωρίς γλυκιά ένωση αγάπης.

    Ύστερα, ενωμένη με τον Ουρανό,
    γέννησε τους βαθύδινους Ωκεανούς,
    τον Κοίο, τον Κρείο, τον Υπερίονα, τον Ιαπετό,
    τη Θεία και τη Ρέα, τη Θέμιδα και τη Μνημοσύνη,
    τη χρυσοστεφάνωτη Φοίβη
    και την αγαπητή Τηθύ.

    Τελευταίος γεννήθηκε ο Κρόνος,
    ο πιο νεότερος και φοβερός από τα παιδιά της,
    που μίσησε τον ακμαίο πατέρα του.

    Γέννησε ακόμη τους Κύκλωπες,
    τον Βρόντη, τον Στερόπη και τον Άργη,
    που έδωσαν στον Δία τη βροντή και τον κεραυνό.
    Και άλλους τρεις, τους Εκατόγχειρες,
    τον Κόττο, τον Βριάρεω και τον Γύγη,
    με εκατό χέρια ο καθένας
    και πενήντα κεφάλια στους ώμους τους,
    φοβεροί και πανίσχυροι.

    Όμως ο Ουρανός μισούσε τα παιδιά του
    από την πρώτη στιγμή που γεννιούνταν.
    Και κάθε φορά που η Γη γεννούσε κάποιο,
    το έκρυβε βαθιά μέσα στα σπλάχνα της
    και δεν το άφηνε να δει το φως.

    Η Γη στενάζοντας από τον πόνο
    σκέφτηκε δόλο πονηρό και φοβερό.
    Έπλασε από γκρίζο ατσάλι ένα μεγάλο δρεπάνι
    και κάλεσε τα παιδιά της να μιλήσουν.

    «Παιδιά μου και του άνομου πατέρα σας,
    αν θέλετε να με υπακούσετε,
    ας τιμωρήσουμε την ύβρη του πατέρα σας·
    γιατί πρώτος εκείνος σκέφτηκε άδικα έργα.»

    Έτσι μίλησε· αλλά ο φόβος τους κυρίευσε
    και κανείς δεν τόλμησε να απαντήσει.

    Τότε ο μέγας και δόλιος Κρόνος
    πήρε θάρρος και μίλησε στη μητέρα του:
    «Μητέρα, εγώ θα το τολμήσω αυτό το έργο.
    Δεν σέβομαι τον κακό μας πατέρα·
    γιατί πρώτος εκείνος σκέφτηκε άδικες πράξεις.»

    Χάρηκε η μεγάλη Γη μέσα της.
    Τον έκρυψε σε ενέδρα
    και του έδωσε το κοφτερό δρεπάνι,
    διδάσκοντάς του όλο το σχέδιο.

    Κι όταν ήρθε ο Ουρανός,
    φέρνοντας τη νύχτα,
    απλώθηκε πάνω στη Γη
    γεμάτος πόθο για έρωτα.

    Τότε ο Κρόνος, από την κρυψώνα του,
    με το αριστερό χέρι άρπαξε τον πατέρα του
    και με το δεξί,
    κρατώντας το μεγάλο κοφτερό δρεπάνι,
    του έκοψε τα γεννητικά μέλη
    και τα πέταξε πίσω του.

    Και δεν πήγαν χαμένα.
    Όσο αίμα έσταξε στη Γη,
    εκείνη γέννησε τις Ερινύες,
    τους μεγάλους Γίγαντες με τα λαμπερά όπλα,
    και τις Νύμφες που ονομάζονται Μελίες.

    Τα μέλη, παρασυρμένα στη θάλασσα,
    πλανήθηκαν για πολύ καιρό στο πέλαγος.
    Γύρω τους σχηματίστηκε λευκός αφρός·
    και μέσα από τον αφρό γεννήθηκε μια κόρη.

    Πρώτα έφτασε στα ιερά Κύθηρα
    κι έπειτα στην Κύπρο, που την περιβάλλουν τα κύματα.
    Εκεί αναδύθηκε η θεά,
    όμορφη και σεμνή·
    και γύρω της φύτρωνε χορτάρι κάτω από τα πόδια της.

    Την ονόμασαν Αφροδίτη,
    επειδή γεννήθηκε από τον αφρό·
    και Κυθέρεια και Κυπρογενή,
    επειδή γεννήθηκε στα Κύθηρα και στην Κύπρο.

    Ο Έρως και ο Ίμερος την ακολούθησαν
    από τη στιγμή που γεννήθηκε
    και όταν μπήκε στον κύκλο των θεών.

    Από τότε έχει τιμή ανάμεσα στους αθανάτους:
    να κυβερνά τους έρωτες και τα χαμόγελα,
    τις γλυκές απάτες και τις ηδονές,
    και την τρυφερή επιθυμία.

    Θεογονία 211–306 — Τα τέκνα της Νύχτας και η γενεαλογία του Πόντου

    Από τη Νύχτα γεννήθηκαν φοβερές δυνάμεις:
    ο Μόρος (ο όλεθρος),
    ο Κήρας και ο Θάνατος,
    ο Ύπνος και τα Όνειρα.

    Χωρίς να ενωθεί με κανέναν,
    η σκοτεινή Νύχτα γέννησε ακόμα
    τη Μωρία (τύφλωση του νου),
    την Οϊζύ (δυστυχία),
    τις Εσπερίδες που φυλάσσουν
    τα χρυσά μήλα πέρα από τον Ωκεανό,
    τις Μοίρες και τις αμείλικτες Κήρες,
    που δίνουν στους ανθρώπους
    το μερίδιο του καλού και του κακού.

    Γέννησε επίσης τη Νέμεση,
    τιμωρό της ύβρης των θνητών,
    και την Απάτη, τη Φιλότητα,
    το Γήρας και τη σκληρόκαρδη Έριδα.

    Η Έριδα με τη σειρά της
    γέννησε τον Κόπο, τη Λήθη,
    την Πείνα, τα Άλγη,
    τις Μάχες, τους Φόνους,
    τους Καβγάδες και τα Ψεύδη,
    την Αμφιλογία, την Ανομία,
    και τον Όρκο,
    που φέρνει τη μεγαλύτερη συμφορά
    στους ανθρώπους όταν ψευδομαρτυρούν.

    Έτσι από τη Νύχτα ξεπήδησαν
    δυνάμεις που βαραίνουν τον κόσμο των θνητών.


    Τα τέκνα του Πόντου

    Ο Πόντος, ενωμένος με τη Γη,
    γέννησε τον Νηρέα,
    γέροντα αληθινό και ήπιο,
    που δεν λέει ψέματα και γνωρίζει δίκαιες σκέψεις.

    Γέννησε ακόμη τον θαυμαστό Θαύμαντα,
    τον ισχυρό Φόρκυ και την Κητώ,
    και την Ευρυβία, που έχει σιδερένια καρδιά.

    Από τον Νηρέα και τη Δωρίδα,
    κόρη του Ωκεανού,
    γεννήθηκαν οι Νηρηίδες,
    πενήντα κόρες λαμπρές και χαριτωμένες,
    που κατοικούν στη θάλασσα
    και βοηθούν ναυτικούς και ανθρώπους.

    (Ανάμεσά τους η Θέτιδα, η Γαλάτεια, η Κυμοθόη
    και πολλές ακόμη.)

    Από τον Θαύμαντα και την Ηλέκτρα
    γεννήθηκαν η Ίριδα, η αγγελιαφόρος των θεών,
    και οι φτερωτές Άρπυιες.

    Από τον Φόρκυ και την Κητώ
    γεννήθηκαν οι Γραίες,
    που από τη γέννησή τους ήταν γριές,
    και οι Γοργόνες,
    που κατοικούν πέρα από τον Ωκεανό,
    κοντά στη Νύχτα.

    Από αυτές, η Μέδουσα ήταν θνητή·
    οι άλλες αθάνατες.
    Όταν ο Περσεύς έκοψε το κεφάλι της,
    ξεπήδησαν από το αίμα της
    ο Χρυσάωρ και ο φτερωτός Πήγασος.

    Ο Χρυσάωρ ένωσε τη γενιά του
    με την Καλλιρόη, κόρη του Ωκεανού,
    και γέννησαν τον τρικέφαλο Γηρυόνη.

    Αυτόν σκότωσε αργότερα ο Ηρακλής
    για τα βόδια του, στην Ερύθεια.

    Η Κητώ γέννησε επίσης το φοβερό τέρας
    που φύλαγε τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων:
    τον δράκοντα Λάδωνα,
    ακοίμητο και φοβερό.


    Θεογονία 307–452

    Οι απόγονοι του Ιαπετού – Προμηθέας – Η γέννηση του Δία

    Οι απόγονοι του Ιαπετού

    Ο Ιαπετός ενώθηκε με την Ωκεανίδα Κλυμένη
    και γέννησαν τον Άτλαντα, τον Μενοίτιο,
    τον πολυμήχανο Προμηθέα
    και τον απερίσκεπτο Επιμηθέα.

    Ο Άτλαντας τιμωρήθηκε από τον Δία
    και στέκει στα πέρατα της γης,
    κρατώντας στους ώμους του τον πλατύ ουρανό.

    Ο Μενοίτιος, αλαζόνας και βίαιος,
    χτυπήθηκε από τον κεραυνό του Δία
    και ρίχτηκε στο σκοτεινό Έρεβος.

    Ο Επιμηθέας δέχτηκε από τον Δία
    την πρώτη γυναίκα, την Πανδώρα,
    χωρίς να σκεφτεί το κακό που θα έφερνε στους ανθρώπους.

    Ο Προμηθέας, σοφός και δόλιος,
    τόλμησε να εξαπατήσει τον Δία
    μοιράζοντας το θυσιαστικό ζώο:
    τα καλά κομμάτια τα έκρυψε
    και τα σκέπασε με άσχημη όψη,
    ενώ τα κόκαλα τα στόλισε με λίπος λαμπερό.

    Ο Δίας διάλεξε τα κόκαλα
    και κατάλαβε την απάτη.

    Θυμωμένος, στέρησε από τους ανθρώπους τη φωτιά.
    Όμως ο Προμηθέας την έκλεψε ξανά
    μέσα σε κοίλο καλάμι
    και την έφερε πίσω στους θνητούς.

    Ο Δίας τότε αγρίεψε ακόμη περισσότερο.
    Διέταξε τον Ήφαιστο
    να πλάσει από χώμα μια γυναίκα όμορφη·
    οι θεοί της έδωσαν δώρα:
    η Αθηνά τέχνη,
    η Αφροδίτη χάρη και πόθο,
    ο Ερμής δόλο και λόγο απατηλό.

    Έτσι γεννήθηκε η Πανδώρα,
    το «δώρο όλων των θεών»,
    και από αυτήν προήλθε το γένος των γυναικών,
    βάρος για τους άνδρες θνητούς.

    Τον Προμηθέα ο Δίας
    τον έδεσε με αλυσίδες
    σε απόκρημνο βράχο·
    και αετός ερχόταν κάθε μέρα
    και έτρωγε το συκώτι του,
    που ξαναμεγάλωνε τη νύχτα.

    Μόνο αργότερα τον ελευθέρωσε
    ο Ηρακλής, με τη θέληση του Δία.


    Η γέννηση και η άνοδος του Δία

    Ο Κρόνος, μαθαίνοντας από τη Γη και τον Ουρανό
    ότι ένα παιδί του θα τον εκθρόνιζε,
    κατάπινε τα παιδιά του μόλις γεννιούνταν:
    την Εστία, τη Δήμητρα, την Ήρα,
    τον Άδη και τον Ποσειδώνα.

    Η Ρέα, γεμάτη πόνο,
    ζήτησε βοήθεια από τους γονείς της.
    Της υπέδειξαν να γεννήσει κρυφά στην Κρήτη
    και να δώσει στον Κρόνο μια πέτρα
    τυλιγμένη στα σπάργανα.

    Έτσι έκανε.
    Ο Κρόνος κατάπιε την πέτρα
    νομίζοντας πως ήταν το παιδί του.

    Ο μικρός Δίας μεγάλωνε κρυμμένος
    σε σπήλαιο της Κρήτης·
    τον ανέθρεψε η Αμάλθεια
    και οι Κουρήτες χτυπούσαν τις ασπίδες τους
    για να μην ακούγεται το κλάμα του.

    Όταν ανδρώθηκε,
    ανάγκασε τον Κρόνο να ξεράσει
    πρώτα την πέτρα
    και έπειτα τα αδέλφια του.

    Έτσι άρχισε η μεγάλη σύγκρουση
    ανάμεσα στους Ολύμπιους και τους Τιτάνες —
    η Τιτανομαχία.


    Θεογονία 453–617

    Η Τιτανομαχία — Η επικράτηση του Δία

    Αφού ο Δίας ανάγκασε τον Κρόνο
    να ξαναβγάλει στο φως τα παιδιά του,
    στάθηκε επικεφαλής των αδελφών του
    και διεκδίκησε την κυριαρχία του κόσμου.

    Για δέκα ολόκληρα χρόνια
    οι Τιτάνες και οι Ολύμπιοι
    πολεμούσαν αδιάκοπα,
    χωρίς να υπερισχύει καμιά πλευρά.

    Οι Τιτάνες είχαν οχυρωθεί
    στον ψηλό Όθρυ,
    ενώ οι θεοί του Ολύμπου
    κρατούσαν τις κορυφές του Ολύμπου.

    Η μάχη ήταν φοβερή.
    Η γη σείστηκε,
    ο ουρανός βρόντηξε,
    και ο Ωκεανός αναταράχθηκε.

    Τότε ο Δίας, με συμβουλή της Γης,
    απελευθέρωσε από τον Τάρταρο
    τους Εκατόγχειρες —
    τον Κόττο, τον Βριάρεω και τον Γύγη —
    που ο Κρόνος είχε αλυσοδέσει.

    Τους πρόσφερε νέκταρ και αμβροσία
    και τους κάλεσε να σταθούν στο πλευρό του.

    Με εκατό χέρια ο καθένας
    εκσφενδόνιζαν βράχους ασταμάτητα
    εναντίον των Τιτάνων.

    Τότε ο Δίας εξαπέλυσε
    τη βροντή και τον κεραυνό του·
    η φωτιά κατέκαιγε τη γη,
    ο αέρας καιγόταν,
    η θάλασσα έβραζε.

    Η σύγκρουση ήταν κοσμική:
    η γη, ο ουρανός και ο Τάρταρος
    αντιλαλούσαν από τον πάταγο.

    Τελικά οι Τιτάνες λύγισαν.
    Οι Ολύμπιοι τους έδεσαν
    με σκληρές αλυσίδες
    και τους έριξαν στον βαθύ Τάρταρο,
    μακριά από το φως του ήλιου.

    Στα χάλκινα κατώφλια του Άδη,
    πέρα από τον Ωκεανό,
    εκεί τους φύλαξαν οι Εκατόγχειρες,
    πιστοί φρουροί.

    Έτσι ο Δίας στερέωσε την εξουσία του
    και οι θεοί του Ολύμπου
    αναγνώρισαν την κυριαρχία του.


    Η νέα κοσμική τάξη

    Μετά τη νίκη,
    οι αθάνατοι μοίρασαν τις τιμές μεταξύ τους:
    ο Ποσειδώνας πήρε τη θάλασσα,
    ο Άδης τον σκοτεινό κάτω κόσμο,
    και ο Δίας κράτησε τον ουρανό και την ανώτατη εξουσία.

    Η γη και ο Όλυμπος
    παρέμειναν κοινά σε όλους.

    Έτσι εδραιώθηκε η βασιλεία του Δία,
    και άρχισε η νέα εποχή των θεών.

    Θεογονία 618–735

    Ο Τυφώνας — Η τελευταία κοσμική απειλή

    Αφού οι Τιτάνες ρίχτηκαν στον Τάρταρο
    και η εξουσία του Δία εδραιώθηκε,
    η Γη, οργισμένη για την ήττα των παιδιών της,
    ενώθηκε με τον βαθύ Τάρταρο
    και γέννησε τον φοβερό Τυφώνα.

    Ήταν πλάσμα τρομερό και ακατανίκητο.
    Από τους ώμους του ξεπηδούσαν
    εκατό κεφάλια φιδιών,
    που έβγαζαν ήχους παράξενους —
    άλλοτε ανθρώπινες φωνές,
    άλλοτε βρυχηθμούς θηρίων,
    άλλοτε σφυρίγματα φλογισμένα.

    Φωτιά πεταγόταν από τα μάτια του·
    οι φλόγες άστραφταν
    καθώς μιλούσε με φωνές ακατανόητες.

    Όλοι οι θεοί τρόμαξαν.
    Για λίγο ακόμη και ο ίδιος ο Δίας
    βρέθηκε μπροστά σε δύναμη ισοδύναμη.

    Όμως σύντομα άναψε η οργή του Κρονίδη.
    Άρπαξε τον κεραυνό και τη βροντή·
    οι αστραπές του έσχιζαν τον ουρανό.
    Η γη έτρεμε,
    η θάλασσα βρυχιόταν,
    ο Τάρταρος αντιλαλούσε.

    Η σύγκρουση ήταν φοβερή.
    Οι φλόγες τύλιγαν τα βουνά·
    η γη έλιωνε σαν μέταλλο σε καμίνι.

    Τελικά ο Δίας κατακεραύνωσε τον Τυφώνα
    και τον έριξε στον Τάρταρο.

    Από εκείνον γεννήθηκαν
    οι άγριοι και βίαιοι άνεμοι —
    εκτός από τον Νότο, τον Βοριά και τον Ζέφυρο,
    που είναι ευεργετικοί για τους ανθρώπους.
    Οι άλλοι φέρνουν καταστροφή στα πλοία
    και συμφορές στους θνητούς.

    Έτσι και αυτή η τελευταία απειλή
    υποτάχθηκε στη δύναμη του Δία.


    Η οριστική τάξη του κόσμου

    Μετά την ήττα του Τυφώνα,
    κανένα πλάσμα δεν αμφισβήτησε ξανά
    την κυριαρχία του Δία.

    Ο ουρανός, η γη και ο κάτω κόσμος
    σταθεροποιήθηκαν στην τάξη τους.
    Οι θεοί έλαβαν τις τιμές τους,
    και ο Όλυμπος έγινε
    ακλόνητο κέντρο της θεϊκής εξουσίας.

    Θεογονία 736–τέλος

    Η σταθεροποίηση του κόσμου και οι θεϊκοί γάμοι

    Στα βάθη του Ταρτάρου,
    εκεί όπου βρίσκονται οι ρίζες της γης και της θάλασσας,
    υψώνονται χάλκινα τείχη και πύλες βαριές,
    έργο του Ποσειδώνα.

    Πέρα από αυτά κατοικούν οι Τιτάνες,
    δεμένοι στο σκοτάδι,
    ενώ οι Εκατόγχειρες στέκουν φρουροί.

    Εκεί κοντά βρίσκονται και οι πηγές
    της Γης, του Ωκεανού και του Ουρανού —
    τόποι φοβεροί και απρόσιτοι,
    που ούτε οι θεοί πλησιάζουν εύκολα.


    Οι γάμοι του Δία και οι νέες θεϊκές γενεές

    Αφού η εξουσία του Δία στερεώθηκε,
    άρχισε να ενώνεται με θεές και να γεννά
    τη νέα τάξη των Ολυμπίων.

    Πρώτα ένωσε τη μοίρα του με τη Μήτιδα,
    θεά της σοφίας και της φρόνησης.
    Όμως έμαθε πως θα γεννούσε παιδί
    που θα τον ξεπερνούσε σε δύναμη.
    Γι’ αυτό την κατάπιε.

    Αργότερα, από το κεφάλι του Δία
    γεννήθηκε η Αθηνά,
    πάνοπλη και φοβερή,
    θεά της σοφίας και του πολέμου.

    Έπειτα ενώθηκε με τη Θέμιδα
    και γεννήθηκαν οι Ώρες —
    η Ευνομία, η Δίκη και η Ειρήνη —
    και οι Μοίρες,
    που μοιράζουν το πεπρωμένο των ανθρώπων.

    Με την Ευρυνόμη, κόρη του Ωκεανού,
    γέννησε τις τρεις Χάριτες.

    Με τη Δήμητρα απέκτησε την Περσεφόνη,
    που έγινε βασίλισσα του κάτω κόσμου.

    Με τη Μνημοσύνη γέννησε τις Μούσες,
    που χαρίζουν τραγούδι και σοφία.

    Με τη Λητώ γέννησε τον Απόλλωνα και την Άρτεμη.

    Με την Ήρα, τη σύζυγό του,
    γέννησε τον Άρη, την Ήβη και την Ειλείθυια.

    Και από τον ίδιο τον Δία
    και την Ήρα γεννήθηκε και ο Ήφαιστος.


    Η ολοκλήρωση της θεϊκής γενεαλογίας

    Ο Ησίοδος απαριθμεί ακόμη
    θεϊκές ενώσεις και απογόνους:

    • τον Ποσειδώνα και την Αμφιτρίτη,

    • τον Άρη και την Αφροδίτη,

    • τον Ήλιο και την Περσηίδα,

    • και πλήθος άλλων θεών και ηρώων
      που γεννήθηκαν από θεϊκές ενώσεις.

    Έτσι σχηματίζεται ολόκληρο το γενεαλογικό δέντρο
    των αθανάτων και των πρώτων ημιθέων.


    Το νόημα της Θεογονίας

    Η Θεογονία δεν είναι απλώς κατάλογος ονομάτων.
    Είναι η αφήγηση της μετάβασης:

    • από το Χάος στην Τάξη,

    • από την πρωταρχική σύγκρουση στη θεϊκή δικαιοσύνη,

    • από την ωμή δύναμη των Τιτάνων
      στη σοφή κυριαρχία του Δία.

    Με τον Δία εδραιώνεται
    ένας κόσμος όπου η ισχύς συνδυάζεται με τη Δίκη
    και η θεϊκή εξουσία οργανώνει το σύμπαν.

    Έτσι ολοκληρώνεται η κοσμογονία του Ησιόδου —
    το πρώτο μεγάλο συστηματικό θεολογικό έργο
    της ελληνικής αρχαιότητας.